ἐσχαρωτικός

ἐσχᾰρ-ωτικός, ή, όν,
A tending to form an eschar, Dsc.2.73 ;

φάρμακα

caustics,

Lycus

ap. Orib.8.25.24, Gal.10.324.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εσχαρωτικός — ή, ό (Α ἐσχαρωτικός, ή, όν) [εσχαρώ] ιατρ. ο κατάλληλος για τον σχηματισμό εσχάρας, αυτός που συντελεί στο να σχηματιστεί εσχάρωση νεοελλ. (για χημικές ουσίες) αυτός που παράγει εσχάρα σε έλκος ή πληγή αρχ. φρ. «φάρμακα ἐσχαρωτικά» καυστικά… …   Dictionary of Greek

  • ἐσχαρωτικά — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar neut nom/voc/acc pl ἐσχαρωτικά̱ , ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem nom/voc/acc dual ἐσχαρωτικά̱ , ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικῶν — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem gen pl ἐσχαρωτικός tending to form an eschar masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικόν — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar masc acc sg ἐσχαρωτικός tending to form an eschar neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικαῖς — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικοῖς — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικούς — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικῆς — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτική — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικήν — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρωτικῷ — ἐσχαρωτικός tending to form an eschar masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.